Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Powered By | blogger widgets

Το σπιτάκι του βιβλίου...


Ήταν δεν ήταν επτά χρονών, ντυμένος με παντελόνι δανεικό πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός του και ένα μπουφάν, που αντίθετα του ήταν μικρό και φθαρμένο σε πολλά σημεία. Δεν κούμπωνε κι αυτό, τον έκανε κάθε τόσο να το τραβά με τα δυο του χέρια προσπαθώντας να ζεσταθεί…

Παιδί των φαναριών θα τον έλεγες και όχι άδικα. Ορφανός από μάνα με ένα πατέρα, που δούλευε μια φορά στο τόσο και ένα σπίτι σωστό ρημάδι, έμοιαζε με ήρωα του Καρόλου Ντίκενς, έτσι όπως στεκόταν στα φανάρια κοιτάζοντας τα αυτοκίνητα και απλώνοντας κάθε τόσο το χέρι για λίγα ψιλά.

Δεν ήταν μόνος! Κι άλλα παιδιά σ’ αυτό το «στέκι» έβγαζαν «μεροκάματο» είτε καθαρίζοντας τζάμια αυτοκινήτων, είτε ζητιανεύοντας. Ήταν όμως ο μικρότερος κι αυτό ήταν μεγάλο μειονέκτημα για κείνον, στον άγριο κόσμο που ζούσε. Την ηλικία του την είχε προ πολλού ξεχάσει, αφού έπρεπε να υπερασπίζεται τον εαυτό του απέναντι στους μεγαλύτερους της παρέας κι έτσι είχαν αρχίσει να τον αποδέχονται και να τον υπολογίζουν.

Σχολείο δεν πήγαινε. Για κείνον σχολείο ήταν ο δρόμος, η επιβίωση για μια ακόμα μέρα. Και μάλλον γινόταν καλός μαθητής αν σκεφτεί κανείς πως κατάφερνε να τρώει καθημερινά κάτι. Μια φορά τη μέρα, όχι υπερβολές, αλλά έτρωγε.

Κάθε που βράδιαζε και έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι σκεφτόταν αν ο πατέρας του θα ήταν εκεί και προτιμούσε να μην είναι, για να χωθεί γρήγορα στα βρώμικα σκεπάσματα του κρεβατιού του και να κάνει πως κοιμάται. Αν ήταν ο πατέρας σπίτι, τότε τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Τον έβλεπε να μονολογεί, να κλαίει, να πίνει και προσπαθούσε να κρυφτεί σε μια γωνιά για να τον ενοχλεί όσο γίνεται λιγότερο…
Όχι δεν τον χτυπούσε! Δεν τον είχε χτυπήσει ποτέ, όμως η απελπισία που έβλεπε στα μάτια του μετέτρεπε το μικρό σε μεγάλο και το μεγάλο σε μικρό κι αυτό, δεν το άντεχε κανένας από τους δύο!

Όταν πάλι ο πατέρας έλειπε, ξαπλωμένος στο κρεβάτι ξεφύλλιζε το ένα και μοναδικό του βιβλίο. Του το είχε χαρίσει ένα κορίτσι μια ηλιόλουστη μέρα, που καθόταν με το χέρι απλωμένο όπως συνήθιζε στο φανάρι. Όσο η μαμά έψαχνε ψιλά, η μικρή του έδωσε το βιβλίο για να του κάνει παρέα, όπως του είπε.

Το άνοιγε με προσοχή και γυρνούσε τις σελίδες του βιαστικά μέχρι να φτάσει σ’ εκείνη που είχε τη φωτογραφία με το σπιτάκι στο δάσος. Πόσο αγαπούσε αυτή τη φωτογραφία! Πόσο θα ήθελε να υπήρχε στην πραγματικότητα αυτό το σπίτι που τόσο είχε θαυμάσει…

- Κύριε Παπαπέτρου, ο μεσίτης στη γραμμή τρία, ακούστηκε η φωνή της γραμματέα.
- Πες του πως θα του τηλεφωνήσω εγώ Λίζα, ευχαριστώ…

Σηκώθηκε απότομα, προσπαθώντας να συνέλθει… ακόμα δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως μια φωτογραφία τον είχε γυρίσει τόσα χρόνια πίσω. Του είχε ξυπνήσει τόσες μνήμες οδυνηρές…
Το σπίτι που ονειρευόταν από παιδί, το σπίτι του βιβλίου, που ακόμα φύλαγε στο γραφείο του και δεν το αποχωρίστηκε ποτέ, υπήρχε!! Το είχε μπροστά του ανάμεσα σε τόσα άλλα, που ο μεσίτης του πρότεινε. Τόσα χρόνια με όσα μεσολάβησαν και η παιδική λαχτάρα είχε παραμείνει αναλλοίωτη να τον κρατά δεμένο με το παρελθόν σε ένα σκοπό, που για κανένα δεν είχε νόημα, παρά μονάχα για κείνον!

Δεν ξέχασε! Δεν μπορούσε να ξεχάσει κι ας βρέθηκαν άνθρωποι να τον αγαπήσουν, να τον μεγαλώσουν, να τον σπουδάσουν. Τίποτα δεν κατάφερε να σβήσει τη λαχτάρα να ζήσει στο σπιτάκι της εξοχής, που ονειρευόταν στο ερειπωμένο δωμάτιο με το μισόκλειστο παντζούρι που άφηνε το φως της λάμπας του δρόμου να περνά και να φωτίζει τα ταξίδια που έκανε με το νου…

Σχημάτισε τον αριθμό του μεσίτη βιαστικά. Μάταια εκείνος προσπαθούσε να τον πείσει πως στα σπίτια, που του έστειλε, υπήρχαν πολύ καλύτερες επιλογές από αυτή που είχε κάνει. Έτσι, το όνειρο έγινε πραγματικότητα!

Πήγε μόνος του, το περιποιήθηκε, το επίπλωσε απλά, το εξόπλισε με όλα τα απαραίτητα και λίγες εβδομάδες αργότερα οδηγούσε στο μικρό επαρχιακό δρόμο την οικογένειά του, στο σπιτάκι του δάσους όπως το αποκαλούσε.
Ήταν φθινόπωρο πια και ο δρόμος υγρός από τις συχνές βροχές. Οδηγούσε αργά για να μπορούν όλοι να θαυμάζουν τη φύση γύρω τους, που καταπράσινη τους υποδεχόταν. Σταμάτησαν έξω από τη μικρή αυλή και διέσχισαν το πλακόστρωτο μονοπάτι, που έφτανε μέχρι την είσοδο. Τα παιδιά του χαρούμενα τιτίβιζαν όλο ενθουσιασμό για το νέο τους απόκτημα και η γυναίκα του δεν σταματούσε να μιλά για το γούστο και την καλαισθησία της ανακαίνισης.


Έβαλε μέσα τις βαλίτσες τους, άναψε το τζάκι και βγήκε στην αυλή… δεν μπορούσε άλλο να συγκρατήσει τα δάκρυά του και δεν ήθελε να τα μοιραστεί με κανένα! Μόνο με τη βροχή, που άρχισε ξανά να πέφτει σιγανή, καθάρια και να μουσκεύει το χώμα. Κι έμεινε μαζί της για αρκετή ώρα, ώσπου να κλείσουν όλες οι πόρτες απ’ τα παλιά κι όλες οι χαραμάδες…
...

Αυτή η ιστορία γεννήθηκε από τη φωτογραφία που βλέπετε και ανήκει στην Ελένη από το Καρυδότσουφλο. Εκείνη, μας ζήτησε να γράψουμε μια ιστορία κοιτώντας τη και δεν μπορούσα φυσικά να αρνηθώ.  
Δείτε τις υπόλοιπες ιστορίες, που έχουν ήδη δημοσιευτεί πατώντας, εδώ.


Τα αγαπημένα του μήνα

Όταν τα παιδιά ντύνονταν Πιερότοι και Κολομπίνες...

Βλέποντας παλιές ελληνικές ταινίες διαπιστώνει κανείς πως η ενδυμασία των αποκριών έχει κι αυτή τη μόδα της. Μπορεί σήμερα τα παιδιά να διαλέγουν μέσα από μια μεγάλη ποικιλία τις στολές τους, με επικρατέστερες αυτές των ηρώων παραμυθιών ή cartoon, τις παλαιότερες δεκαετίες όμως τα πράγματα ήταν λίγο πιο απλά...
Εμπνευσμένες από την Κομέντια ντελ άρτε (Commedia dell'arte) οι στολές ήταν λιγότερο πρωτότυπες και περισσότερο κλασσικές. 

Η μόδα στη δεκαετία του 1930

Όπως όλοι γνωρίζουμε η μόδα δεν εκφράζει μόνο την ανάγκη ανανέωσης της εξωτερικής εμφάνισης ανά εποχή. Επηρεάζεται άμεσα και από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούν. Έτσι, η οικονομική κρίση του 1929 είναι φυσικό να επηρεάσει και τη μόδα.

Να θυμηθούμε την κυρά Σαρακοστή;

Ένα ξεχασμένο έθιμο, από τα παλαιότερα του τόπου μας, που σχετίζεται με το Πάσχα. Δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα ημερολόγιο, το οποίο μετρούσε τις μέρες που μεσολαβούν από το Σάββατο μετά την Καθαρή Δευτέρα, ως τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Το ιδιότυπο αυτό ημερολόγιο, είχε τη φιγούρα μιας γυναίκας, που έμοιαζε στην όψη με καλόγρια, είχε σταυρωμένα τα χέρια της γιατί προσευχόταν, είχε στο κεφάλι ή στο λαιμό της ένα σταυρό, γιατί πήγαινε στην εκκλησία, δεν είχε στόμα, γιατί νήστευε και είχε επίσης επτά πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της νηστείας.
Από το πρώτο Σάββατο μετά την Καθαρή Δευτέρα και κάθε Σάββατο, έκοβαν ένα πόδι. Το τελευταίο πόδι, ήταν αυτό του Μ. Σαββάτου. 

Κρέμες προσώπου από 6 έως 20 ευρώ

Ποιος είπε ότι οι κρέμες προσώπου, πρέπει να είναι ακριβές για να είναι καλές; Είναι ένας μύθος που έχει προ πολλού καταριφθεί κι ας φοβόμαστε να το παραδεχθούμε…

Στα ράφια των selfservice, μπορούμε να βρούμε κρέμες προσώπου που θα περιποιηθούν το δέρμα μας, χωρίς να αδειάσουν το ήδη …ταλαιπωρημένο πορτοφόλι μας. Κρέμες που η τιμή τους ξεκινά από 6 ευρώ και δεν ξεπερνά τα 20 στην ακριβότερη εκδοχή τους.

Όλοι για τη Μαρία...

Το άρθρο γράφτηκε από την Χριστίνα για το e-mama.gr και βρίσκεται στο e-periodiko masγια να συμμετέχουμε στην ενιαία αυτή κίνηση βοήθειας που πραγματοποιείτε από τους bloggers.------------------------ Θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως δεν θα κάναμε ποτέ έκκληση για οικονομική βοήθεια, όχι επειδή δε θέλουμε να βοηθήσουμε συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη, αλλά επειδή δεν είναι εύκολο να διασταυρώσει κανείς αν μια ανάγκη είναι πραγματική ή αν πρόκειται απλά για μια ακόμα απάτη, από τις πολλές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια το διαδίκτυο. Θα θυμάστε βέβαια την περίπτωση του ανύπαρκτου μικρού Νικολάκη που ξεσκεπάσαμε με τη βοήθεια των Ελληνικών Hoaxes.

Για την περίπτωση της Μαρίας όμως, είμαστε απολύτως βέβαιες πως όχι μόνο υπάρχει ανάγκη, αλλά είναι και επιτακτική, γι' αυτό και θέλουμε τη βοήθεια όλων σας και η συγκεκριμένη κίνηση γίνεται μετά από την προτροπή της Τούλας από το lolmoms.gr

Η Μαρία είναι 11 χρονών και είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο από μωρό. Στην ηλικία των…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...